Άγρια Χλωρίδα, Φανταστική Πανίδα: Ο Αλλόκοτος Κόσμος του La Planète Sauvage

Αυτό που υπονοείται είναι σημαντικότερο από αυτό που φαίνεται. Οι ταινίες σήμερα δείχνουν όλο και περισσότερα. Είναι ένας παρανοϊκός δικτατορικός κινηματογράφος. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένας σχιζοφρενικός κινηματογράφος.

René Laloux

Ένα πανάσχημο αρπακτικό αιχμαλωτίζει στα πλοκάμια του ένα ιπτάμενο ψάρι, το ταρακουνά μέχρι θανάτου κι έπειτα το πετάει στο χώμα πλάι σε μια ντουζίνα από άλλα όμοια του, κακαρίζοντας. Παραπέρα, ένα δύσμορφο κοντόχοντρο χοιρίδιο πλησιάζει ένα εκκολαπτόμενο σαυροειδές νεογνό, το ζεστάνει με το σάλιο του και μετά το καταβροχθίζει. Τριγύρω, αλλόκοτα φυτά βγάζουν παράξενους ηλεκτρονικούς θορύβους ενώ γεννούν κρύσταλλα ή ξερνούν παχύρρευστα υγρά. Όταν μιλάμε για το κινηματογραφικό σύμπαν του René Laloux, δεν αναφερόμαστε μόνο στο αμέσως αναγνωρίσιμο σουρεαλιστικό -και με προφανείς πολιτικές προεκτάσεις- μοτίβο επιστημονικής φαντασίας που χαρακτηρίζει όλες τις ταινίες του, αλλά και σε ένα μοναδικό και εντελώς δικό του κυριολεκτικό σύμπαν, που κατοικείται από την πιο μυστήρια άγρια χλωρίδα και την πιο αναπάντεχα φανταστική πανίδα.

Γεννημένος στο ασταθή κοινωνικοπολιτικό κλίμα του Παρισιού του 1929, μέσα στην καρδία του αμερικανικού κραχ που μόλις είχε αρχίσει να μαστίζει και την Ευρώπη, έζησε μολαταύτα ανέμελα παιδικά χρόνια απορροφημένος εξολοκλήρου από τον κόσμο των κόμιξ και του φανταστικού. Η επέλαση όμως του ναζιστικού κλοιού, η κατοχή της χώρας και η επιστράτευση του πατέρα του στην αντίσταση, τον οδήγησαν σε μια απότομη ενηλικίωση και μια έκδηλη απέχθεια για το στρατό, πράγμα που θα γίνει ακόμη εντονότερο στην μετέπειτα επεισοδιακή θητεία του στην Αυστρία. Στην πρώτη του επαφή με τις τέχνες στα 13, πιάνει δουλειά σαν βοηθός μαραγκού δίπλα στο θείου του που ειδικευόταν στις γοτθικοχριστιανικές αναπαραστάσεις. Στα σχολάσματα από το ξυλουργείο παρακολουθεί μαθήματα τέχνης και σιγά-σιγά αρχίζει η έμπρακτη ασχολία του με το θέατρο, το κουκλοθέατρο, τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική. Η κλίση του στο σινεμά και κυρίως στο κινούμενο σχέδιο θα καλλιεργηθεί λίγο αργότερα, όταν στην περίφημη Cinemateque του Παρισιού θα ανακαλύψει τον Max Fleischer, τον Walt Disney και τους αδελφούς Lumière.

Φευγάτος από την εφηβεία του ακόμη από σπίτι και οικογένεια, ο νεαρός Laloux απέκτησε με τα χρόνια μια μποέμ νοοτροπία, ενώ πέτυχε την οικονομική του ανεξαρτησία εργαζόμενος σαν ξυλουργός σε εργοστάσιο, σαν τραπεζικός υπάλληλος και κατασκευαστής πλαστικών σακουλών, μέχρι να του προσφερθεί το 1956 η θέση του συμβούλου στην κλινική ψυχοθεραπείας La Borde στην κεντρική Γαλλία. Η πρωτοποριακή αυτή κλινική που απομακρύνθηκε από τη δεδομένη δυτική μεθοδολογία και πειραματίστηκε με ελεύθερες θεραπευτικές πρακτικές, εφάρμοζε ένα σύστημα συνεχών ασχολιών και δραστηριοτήτων για τους ασθενείς. Η περίοδος παραμονής του στην κλινική ήταν καθοριστική για τη πορεία του. Εκεί, με τη βοήθεια των ασθενών, ολοκλήρωσε τα πρώτα του κινούμενα σχέδια χρησιμοποιώντας τεχνικές θεάτρου σκιών, χρωματισμένων γυαλιών και χάρτινων αποκομμάτων. Ταιριαστά, λοιπόν, ξεκινά τη σκηνοθετική του καριέρα μέσα σε ένα τρελάδικο.

Στη τελετή βράβευσης του μεγάλου συλλογικού πρότζεκτ της κλινικής Les Dents du Singe (1960), ο Laloux γνωρίζει τον Roland Topor, γραφίστα και σκιτσογράφο που ήδη θαύμαζε απεριόριστα. Η ποιητική αισθητική του Topor θα ταιριάξει απόλυτα με τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του ανερχόμενου δημιουργού κι έτσι θα ξεκινήσει μια καρποφόρα και πολύχρονη συνεργασία, από την οποία προέκυψαν δύο μικρού μήκους ταινίες: το ανατριχιαστικό αντιπολεμικό φιλοσόφημα Les Temps Morts (1964), που αναδεικνύοντας τις φρικαλεότητες του πολέμου ερευνά με ένα δοκιμιακό χαρακτήρα το ρόλο του θανάτου στο πολιτισμό των ανθρώπων και το πολυβραβευμένο monster movie Les Escargots (1965), στο οποίο τα δάκρυα ενός απογοητευμένου αγρότη αναπτύσσουν ασυνήθιστα τη σοδειά του, γιγαντώνουν όμως και τα σαλιγκάρια που τρέφονταν από αυτή, με αποτέλεσμα να επιτεθούν στις πόλεις. Η απροσδόκητη επιτυχία του φιλμ (συμπεριλήφθηκε σε πολυάριθμες λίστες με τις καλύτερες ταινίες κινουμένων σχεδίων όλων των εποχών), οδήγησε φυσικά στο πρώτο μεγάλου μήκους σχέδιο των δύο καλλιτεχνών, το αριστουργηματικό La Planete Sauvage (1973), βασισμένο στη νουβέλα Oms en série (1957) του κορυφαίου συγγραφέα επιστημονικής φαντασίας της Γαλλίας, Stephan Wul.

Η πλοκή, τοποθετημένη στον μυστηριώδη ερημικό πλανήτη Ygam -δείγματα της χλωρίδας και πανίδας του οποίου περιγράφηκαν παραπάνω- ακολουθεί τη διαμάχη μεταξύ δύο ανθρωποειδών φυλών, των γαλανόχρωμων φαλακρών γιγάντων ονόματι Draags και των μικρόσωμων πανομοιότυπων συγγενών του δικού μας είδους, των Oms. Οι πρώτοι, γηγενείς και κυρίαρχο είδος του πλανήτη, είναι φαινομενικά φιλειρηνικά πλάσματα που επιδίδονται καθημερινά σε πολύωρες ασκήσεις διαλογισμού, εξωσωματικών εμπειριών και μεταποίησης της ύλης. Ζούνε σε οικογενειακούς οίκους και παίρνουν μαζικές αποφάσεις μέσα από μια δημοκρατικού τύπου σύγκλητο. Αντίθετα οι Oms, τους οποίους μετέφεραν οι Draags ως αιχμαλώτους από έναν πλανήτη που θα μπορούσε να είναι η ίδια η Γη, δεν έχουν οργανωμένες κοινωνίες. Όντας σε μια πρωτόγονη φάση της εξέλιξής τους, ζούνε είτε ως νομάδες στην ύπαιθρο, είτε ως οικόσιτα ζώα των Draags. Όταν ένας νεαρός Om, ο Terr, θα αποδράσει από τους αφέντες του κλέβοντας ένα σετ ακουστικά που περιέχουν ηχογραφημένο το σύνολο της οικουμενικής γνώσης, οι Draags θα κηρύξουν πόλεμο στο υποδεέστερο είδος μέχρι να πετύχουν την ολοκληρωτική εξάλειψη του.

Το επικό όραμα του Laloux για το πρότζεκτ κρίθηκε ακατάλληλο για τη γαλλική βιομηχανία της εποχής και γρήγορα τον οδήγησε στην ευρωπαϊκή πρωτεύουσα του κινουμένου σχεδίου -την Πράγα- για την πραγμάτωσή του. Στα ταραχώδη πενταετή γυρίσματα του φιλμ, ο Γάλλος ήρθε αντιμέτωπος με προβλήματα που ξεπερνούν τις συνήθεις στουντιακές πιέσεις και οικονομικές δυσκολίες. Τον Αύγουστο του 1968 είδε τα σοβιετικά τανκ να παρελαύνουν στην Τσεχική πρωτεύουσα. Η σοβιετική εισβολή και κατοχή επιβεβαίωσε τον παιδικό τρόμο του Laloux για κάθε μορφή ολοκληρωτισμού, σημάδεψε την παραγωγή της ταινίας και δέθηκε άρρηκτα με τους συμβολισμούς της. Η σχέση αφέντη-κατοικίδιου, η εικόνα του ενάρετου ηγέτη/δικτάτορα, η απατηλή αίσθηση της ελευθερίας των υποδουλωμένων, όλα απαντώνται σε εξόφθαλμους παραλληλισμούς μεταξύ της ταινίας και του σοβιετικού καθεστώτος. Επιπλέον οι πρακτικές γενοκτονίας που επιστρατεύουν οι Draags εναντίων των Oms ξυπνούν μνήμες στρατοπέδων συγκέντρωσης και θαλάμων αερίων.

Η ταινία όμως κάνει καλά να μην εμμένει σε βαρυσήμαντους συμβολισμούς. Παρά τον σαφή αλληγορικό της χαρακτήρα, αποφεύγει κάθε είδους συναισθηματισμό και αντιμετωπίζει τις ιδέες που εξερευνά με μια αποστασιοποιημένη, ενίοτε τριπαριστή και πάντα παιχνιδιάρικη διάθεση.  Η απεικόνιση του εξωγήινου τοπίου και των πλασμάτων του είναι περισσότερο χιουμοριστική απ’ ότι φαίνεται και φέρνει έντονα στο νου τα χαρακτηριστικά κολάζ του Terry Gilliam από την Monty Python εποχή του. Οι παραισθησιογόνες και διαλογιστικές πρακτικές των Draags είναι έλα κλείσιμο του ματιού στη φιλοσοφία της γιόγκα και σε ολόκληρη την ψυχεδελική και φυσιολατρική γενιά των 60s (ακόμη και λεξιλογικά: Draag=Drug=Ναρκωτικό, Om=Homme=Άνδρας, Terr=Terra=Γη). Και ως γνήσιο τέκνο αυτής της γενιάς, η ταινία κλείνει με το πανανθρώπινο μήνυμα της συνύπαρξης των ειδών, αφού η ομαλή εξέλιξη εξασφαλίζεται με την ειρηνική συνύπαρξη και των δύο κι όχι με τον αφανισμό του ενός.

Αισθητικά, η ταινία είναι ένα κομψοτέχνημα. Επιστρατεύοντας την τεχνική των χάρτινων αποκομμάτων (cutout animation), ο Laloux θυσιάζει την οργανική και ρέουσα κίνηση που προσφέρει το παραδοσιακό δουλεμένο-στο-χέρι κινούμενο σχέδιο -γνωστό από τις ταινίες του Disney- για ένα οπτικό στυλ που περιορίζεται μεν σε μινιμαλιστική κίνηση των στοιχείων, αλλά εκτοξεύει εικαστικά το γραφικό αποτέλεσμα με μορφές και μοτίβα που θυμίζουν κάτι μεταξύ Dali και μεσαιωνικής γκραβούρας. Τέλος, ο απόκοσμος ηχητικός σχεδιασμός και το ατμοσφαιρικό σάουντρακ του Alain Goraguer, μια μίξη αβάν-γκαρντ τζαζ και ψυχεδελικού ροκ, πλαισιώνουν άριστα τη σουρεαλιστική εικονογραφία, μετουσιώνοντας την προβολή σε μια πραγματικά μεθυστική εμπειρία.

Μπορεί σε μια καριέρα τριών δεκαετιών ο Laloux να ολοκλήρωσε μόνο τρείς μεγάλου και πέντε μικρού μήκους ταινίες, κατάφερε όμως να συνεργαστεί με σπουδαίους καλλιτέχνες, όπως τον Moebious στο Les Maîtres du temps (1982) και τον Caza στο Gandahar (1988), να αλλάξει ριζικά τα θεματολογικά και αισθητικά όρια του κινουμένου σχεδίου και να καθιερωθεί ως ο σημαντικότερος Γάλλος εκπρόσωπός του. Ο Moebious τον αποκάλεσε «καλλιτέχνη εκτός χρόνου».  Κι αν το Μάρτιο του 2004, μας εγκατέλειψε απότομα μετά από ένα ολέθριο καρδιακό επεισόδιο, οι ταινίες του -σαν γνήσιες cult δημιουργίες- θα βρίσκονται διαρκώς στην επιφάνεια από ένα κοινό που θα τις αναβιώνει για πάντα, αφού κέρδισαν επάξια τη θέση που τους άρμοζε στην σύγχρονη ποπ κουλτούρα.

 

Πηγές

The schizophrenic cinema of Rene Laloux. Craig Keller. 2006. La Planete Sauvage DVD. Eureka.

The enchanting world of Rene Laloux. Virginie Salavy. 2007. Gandahar DVD. Eureka.

Fantastic Planet. Chris Justice. 2005. Cinematheque Annotations on Film. Issue 35.

 

Μάης 2013 / Η Κουτσή Μαρία / Τεύχος 2
Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s